Home Καλλιθέα Αρχείο Ο θρύλος πίσω από το νεοκλασικό της Καλλιθέας
Ο θρύλος πίσω από το νεοκλασικό της Καλλιθέας

Ο θρύλος πίσω από το νεοκλασικό της Καλλιθέας

0

Tο κτίριο που στεγάζει σήμερα τη Δημοτική Πινακοθήκη Καλλιθέας, συνοδεύεται από μια πικρή ιστορία αγάπης που σύμφωνα με το θρύλο, ακόμη περιπλανιέται αδικοχαμένη…

Περνώντας από την οδό Λασκαρίδου στην Καλλιθέα, δεν μπορεί να μην έχεις παρατηρήσει ένα όμορφο διώροφο νεοκλασικό.

Πρόκειται για το σπίτι της ζωγράφου Σοφίας Λασκαρίδου που πέθανε εκεί και η ζωή της σημαδεύτηκε από μια τραγική αυτοκτονία. Ο θρύλος λέει πως στο σπίτι…περιφέρεται το φάντασμα της, αιώνια ενοχικό για τον θάνατο του λογοτέχνη Περικλή Γιαννόπουλου, που ήταν παράφορα ερωτευμένος μαζί της και αυτοκτόνησε το 1910.

Το σπίτι χτίστηκε πριν το 1900, με σχέδια του Γερμανού αρχιτέκτονα Ερνστ Τσίλλερ και ήταν το δεύτερο σπίτι που χτιζόταν στην Καλλιθέα. Αποτελούσε αρχικά την εξοχική κατοικία της οικογενείας Λασκαρίδου που αποτελείτο από τον Λάσκαρη Λασκαρίδη, πλούσιο έµπορο από την Τραπεζούντα και µαθητή του φιλοσόφου Θ. Καΐρη, τη σύζυγό του, τη γνωστή παιδαγωγό Αικατερίνη Χρηστοµάνου και τα τρία τους παιδιά, την Μελπομένη, την Σοφία και την Ειρήνη, που υπήρξε η πρώτη που ασχολήθηκε µε την εκπαίδευση των τυφλών στην Ελλάδα. Η Σοφία ήταν απελευθερωμένη από τα πρότυπα της εποχής και από πολύ μικρή ηλικία ακολούθησε το πάθος της για τη ζωγραφική.

Μια μέρα του 1985 που η Σοφία επέστρεφε στο σπίτι της στην Καλλιθέα, διασταυρώθηκε τυχαία με τον γοητευτικό λογοτέχνη Περικλή Γιαννόπουλο, ο οποίος έκανε έναν από τους ατελείωτους περιπάτους του στο ύπαιθρο. Και αυτή ήταν η αρχή μιας ιστορίας αγάπης χωρίς αίσιο τέλος. Μια εκρηκτική χημεία που τους ένωσε μέχρι το θάνατο. Ένας παθιασμένος έρωτας μεταξύ δύο ανθρώπων με τα δικά τους πάθη. Η Σοφία με το πάθος της για τη ζωγραφική και ο Περικλής με το πάθος του για το ελληνικό πνεύμα. Πάθη που τους ένωσαν και τους χώρισαν. Η Σοφία μετά την αποφοίτησή της από τη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας, όπου ήταν η πρώτη γυναίκα που φοίτησε στην αποκλειστικά ανδροκρατούμενη αυτή σχολή μέχρι την άφιξή της, πήρε την υποτροφία του Μπόζειου Κληροδοτήµατος και πήγε στο Μόναχο για να συνεχίσει τις σπουδές της. Είχε ζητήσει τότε από τον Περικλή να την ακολουθήσει αλλά εκείνος, πιστός στον ελληνοκεντρισμό του, αρνήθηκε να εγκαταλείψει την πατρίδα του. Εκείνος λίγο διάστημα πριν την είχε ζητήσει σε γάμο, παρακινημένος από μια επιτακτική ανάγκη να επισφραγίσει τον έρωτά του αλλά εκείνη δεν βιαζόταν, είχε αφιερωθεί στην τέχνη της αλλά ίσως περισσότερο να φοβόταν πως ο έρωτας θα γίνει πιο μικρός, πιο τιποτένιος αν σφραγιστεί και δεν φτερουγίζει ελεύθερος. “Δεν θα σε σταματήσω”, της είπε ο Περικλής. “Ξέρω πόση σημασία έχει αυτό το ταξίδι για σένα”. Ποιο πάθος άραγε θα έκανε πίσω για να δώσει χώρο στον έρωτα;

Το 1910 η Σοφία αισθανόταν πλέον ότι το Μόναχο είχε τελειώσει για εκείνη. Πήρε ότι είχε να της δώσει και έπειτα από παρότρυνση καθηγητή της ετοιµαζόταν να φύγει για το Παρίσι. Τότε ήταν που έλαβε ένα απελπισμένο γράμμα από τον Γιαννόπουλο. «Σοφία μου. Σου στέλνω ένα ύστατο χαίρε από την Αττική γη, που αφήνω για πάντα. Με άπειρα γλυκύτατα φιλιά. Χαίρε, Σοφία μου». Ίσως η διαίσθηση του έρωτα, έσπρωξε την Σοφία να φύγει αμέσως για την Ελλάδα να τον βρει. Αλλά ο Περικλής είχε πάρει ήδη την απόφασή του. Ο τόπος δεν τον χωρούσε, ακόμη κι αυτός ο φωτεινός ουρανός της αττικής γης που αγαπούσε τόσο, δεν τον χωρούσε χωρίς την Σοφία του. Σκηνοθέτησε με μαεστρία τον τέλειο θάνατο, που κατά κάποιο τρόπο αντιπροσώπευε την ελευθερία, αυτή την αξία, την τόσο σημαντική για την αγαπημένη του. Καβάλα σε ένα άσπρο άλογο, κάλπασε προς τη θάλασσα του Σκαραμαγκά και όταν το άλογο αρνήθηκε να πάει παραπέρα, φύτεψε μια σφαίρα στον κρόταφό του και ενώθηκε για πάντα με τη θάλασσα. Από κάποιον επιβάτη του τρένου που την έφερνε στην Αθήνα, πληροφορήθηκε η Σοφία, το τραγικό τέλος του. Την μετέφεραν στο σπίτι της σχεδόν αναίσθητη και κάθε βράδυ έκαιγε από πυρετό. Ένα πρωί σηκώθηκε νωρίς από το κρεβάτι και ντύθηκε. Τον είχε δει στον ύπνο της. Κατέβηκε στον κήπο της και έκοψε λουλούδια και κατευθύνθηκε προς τον Σκαραμαγκά. Εκείνο το πρωί η θάλασσα είχε ξεβράσει το πτώμα του Περικλή Γιαννόπουλου. Το ρολόι του είχε σταματήσει στις 11 και 3 λεπτά. Τα μαλλιά του είχαν ασπρίσει, όπως στο όνειρο της Σοφίας, χωρίς όμως η θάλασσα να αμαυρώσει την ομορφιά του. Στο πρόσωπό του είχε ζωγραφισμένη μια έκφραση γαλήνης. «Είχε περάσει δεκατρείς ημέρες στη θάλασσα. Αλλά ήταν πάντα ωραίος. Πήρα το κεφάλι του στην αγκαλιά μου και το φίλησα. Τα δάκρυά μου έπεφταν στα κλειστά του μάτια, έβρεχαν το πρόσωπό του. Έκλαιγε κι εκείνος μαζί μου. Δεν μπορούσα να τον αποχωριστώ. Πόσο γαλήνια, Θεέ μου, ήταν η μορφή του» θα γράψει αργότερα η Σοφία.

Μια μέρα, που η μητέρα της Σοφίας έφυγε από το σπίτι, εκείνη πήρε ένα παλιό ξυράφι του πατέρα της και έκοψε την καρωτίδα της. «Περίμενέ με» ψιθύριζε μέσα στα αίματα. Αλλά την τελευταία στιγμή την έσωσε η μητέρα της. Μια δύναμη την έσπρωξε να γυρίσει στο σπίτι, την ώρα που ήταν έτοιμη να ανέβει στο τραμ. «Τίποτε δεν μπορεί να νικήσει τη μοίρα μας. Ούτε και ο θάνατος» θα δηλώσει μελαγχολικά ακόμη και πολλά χρόνια αργότερα. Η Σοφία Λασκαρίδου προσπαθώντας να γιατρέψει τον πόνο της με τη μεγάλη της αγάπη, τη ζωγραφική, επέστρεψε στο εξωτερικό, ολοκλήρωσε τις σπουδές της στο Μόναχο και στο Παρίσι. Το 1916 επέστρεψε οριστικά στην Ελλάδα, ως μια καταξιωμένη καλλιτέχνιδα, αφιερωμένη στη ζωγραφική και τη διδασκαλία της. Δεν παντρεύτηκε ποτέ μένοντας κατά κάποιο τρόπο πιστή στο μεγάλο της έρωτα! Τα τελευταία χρόνια της ζωής της έζησε αποτραβηγμένη στο σπίτι της στην Καλλιθέα και δεχόταν επισκέψεις μόνο κάθε πρώτη Κυριακή του μήνα. Κάποια από αυτές τις Κυριακές την επισκέφτηκε ο Φρέντυ Γερμανός. «Ίσως έτσι έπρεπε να γίνουν όλα», του είπε τότε, «Η μοίρα καμιά φορά, είναι σοφότερη απ’ ότι νομίζουμε. Τον θυμάμαι πάντα όμορφο. Δεν πρόλαβε να γεράσει. Άραγε να με θυμάται κι εκείνος όπως ήμουν τότε»; Το 1955 εξέδωσε τα απομνημονεύματά της, με τίτλο «Από το ημερολόγιό μου. Θύμησες και στοχασμοί» και το 1960 το συμπλήρωμα του ημερολογίου με τίτλο «Από το ημερολόγιο μου. Συμπλήρωμα: Μια αγάπη μεγάλη», όπου αναφέρονταν στον έρωτά της για τον Περικλή Γιαννόπουλο. Η Σοφία Λασκαρίδου πέθανε σε ηλικία 89 ετών στις 13 Νοεμβρίου 1965 στο πατρικό της σπίτι, στην Καλλιθέα. Κανείς δεν ξέρει αν η ψυχή της ηρέμησε ή περιπλανιέται στον κήπο της, εκεί που μάζευε λουλούδια με τον Περικλή και της μιλούσε για το αθάνατο ελληνικό πνεύμα.

Στο σπίτι της Σοφίας Λασκαρίδου, στεγάζεται σήμερα η Δημοτική Πινακοθήκη Καλλιθέας που έχει πάρει το όνομά της. Ο δήμος Καλλιθέας έκανε μεγάλες προσπάθειες να πάρει το συγκεκριμένο κτίριο, που είχε φτάσει ουκ ολίγες φορές στο χείλος της κατεδάφισης. Ευτυχώς ανακαινίστηκε, διασώθηκε και μπορούμε να δούμε τα έργα της Σοφίας, στο ίδιο της το σπίτι.

ΠΗΓΗ

LEAVE YOUR COMMENT

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Close
Close